Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017

«Τα μικρά βήματα και οι μεγάλοι δρόμοι του Βαγγέλη Ηλιόπουλου»

Καθώς η επτάχρονη δικτατορία τέλειωνε, η χαμένη Άνοιξη του ’60 αναζητούσε να επανέλθει στις Τέχνες.

Δημιουργοί συνέχισαν με νέα ζέση το βίαια σταματημένο έργο τους, άλλοι μπόρεσαν πλέον να δούνε τα δημιουργήματά τους ελεύθερα να κυκλοφορούν ανάμεσα στους θεατές ή ακροατές τους.

Η ελληνική λογοτεχνία άφοβα αναζητούσε τους μέχρι πρότινος απαγορευμένους τίτλους και νέα βιβλία με τολμηρές θεματικές ή προχωρημένες τεχνικές βλέπανε το φως της δημοσιότητας.

Άνοιξη ιδεών και λογικό ήταν μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα να ανθίσει και η νεότερης προέλευσης ελληνική παιδική λογοτεχνία.

Στον βαθμό που μπορώ να γνωρίζω, δεν έχει γίνει μια συνολική μελέτη πάνω στο πώς διαμορφώνονται οι Τέχνες από τη Μεταπολίτευση και μετά. Μα όποτε κι αν συμβεί κάτι τέτοιο, είναι βέβαιο πως θα αποδειχθεί πως ο τομέας εκείνος που παρουσίασε τη μεγαλύτερη άνθιση και την απόλυτη ανανέωσή του είναι αυτός που έχει να κάνει με τη λογοτεχνία που απευθύνεται σε παιδιά.

Ανάμεσα σε εκείνα που χαρακτηρίστηκαν τότε ως πρωτοποριακές θέσεις ήταν και η άποψη πως στο παιδί μπορεί ένας συγγραφέας να πει τα πάντα, φτάνει να βρει τον σωστό τρόπο και ο οποίος σίγουρα θα πρέπει να διαθέτει ειλικρίνεια και ευαισθησία.

Το παιδί έχει δικαίωμα να μαθαίνει το τι συμβαίνει γύρω του και ο ενήλικος δημιουργός την υποχρέωση να του προσφέρει αυτή τη γνώση φροντίζοντας να μην πληγώσει ή να μην απογοητεύσει την παιδική ψυχή.

Έτσι γραφτήκανε ιστορίες που στηρίχτηκαν πάνω σε μεγάλα κοινωνικά ή και ενδοοικογενειακά ζητήματα – ναρκωτικά, θάνατος, δικτατορικά καθεστώτα, διαζύγιο, ταυτότητα φύλου, σεξουαλική εμπειρία, πολιτικοί αγώνες κ.ά.

Ο δρόμος είχε ανοίξει και η παράλληλη ποιότητα της λογοτεχνικής ενσάρκωσης όλων αυτών των ζητημάτων οδήγησε τα βιβλία για παιδιά στη θέση να μπορούν να απεμπολήσουν τον διδακτισμό και τη συχνά άνευ λόγου λογοκρισία.




Η απλότητα με την οποία ένα παιδί εκφράζει συλλογισμούς και σκέψεις και περιγράφει εικόνες και καταστάσεις γίνεται επιδέξιο εργαλείο συγγραφικής ολοκλήρωσης.



Κάπως έτσι συνεχίστηκαν οι εκδόσεις και στα χρόνια που ακολούθησαν, αλλά μέσα στη διάρκεια των χρόνων αυτών ελάχιστα ίσως από τα υπάρχοντα προβλήματα (κοινωνικά, ενδοοικογενειακά) εξαφανίστηκαν, ενώ πολλά νέα ήρθαν να προστεθούν.

Οι κοινωνίες ωριμάζουν και, παράλληλα, μέσα από τις νέες συνθήκες που από τη μια οι ίδιες δημιουργούν και που από την άλλη καλούνται να τις αντιμετωπίσουν, αναζητούν τρόπους να ενσωματώσουν στο πλαίσιό τους και τα άτομα εκείνα που διανύουν την πρώτη δεκαετία της ζωής τους.

Η προσπάθεια να αναζητήσεις έναν τρόπο επικοινωνίας με έναν ανήλικο άνθρωπο και να τον ευαισθητοποιήσεις σε καίρια κοινωνικά θέματα ενέχει –πάντα– τον κίνδυνο της επαναφοράς ενός καλυμμένου ή και ξεκάθαρου διδακτισμού.

Στην ουσία το πρόβλημα του χειρισμού τέτοιων θεμάτων από τους συγγραφείς που θέλουν να απευθυνθούν σε ένα παιδί παραμένει πάντα το ίδιο – η αυτολογοκρισία.

Αλλά πάντα παραμένει ίδιος και ο τρόπος να λύσεις αυτό το πρόβλημα – η ποιότητα της γραφής.

Αν για όλα μπορείς και θέλεις να ενημερώσεις ένα ανήλικο άτομο, θα πρέπει να στραφείς στη συμπαράσταση της καθαρής λογοτεχνίας.

Και όπως όλες οι μορφές Τέχνης με την πάροδο των ετών ανασυγκροτούν δυνάμεις και ανανεώνουν τεχνικές , έτσι γίνεται και με τη λογοτεχνία που αφορά το ανήλικο αναγνωστικό κοινό.

Ο Βαγγέλης Ηλιόπουλος παρουσιάζεται στον χώρο αυτό στα μέσα της δεκαετίας του ’90 και πολύ γρήγορα κάνει τη συγγραφική του παρουσία έντονα εμφανή και σταθερή, κυρίως σε βιβλία για μικρότερα παιδιά. Αν και έχει γράψει πολύ καλά μυθιστορήματα για παιδιά από 10 έως 12 χρονών περίπου, όπως και μυθιστορήματα για ένα εφηβικό κοινό, νομίζω πως μπορεί αυτή τη στιγμή να θεωρηθεί ο κεντρικός εκπρόσωπος των δημιουργών μικρών κειμένων που εκδίδονται με μια πολύ όμορφη και προσεγμένη εικονογράφηση και παράλληλα πίσω από μια ενδιαφέρουσα πλοκή κουβαλάνε έναν ουσιαστικό και ευρύ κοινωνικό προβληματισμό που, με τη μαεστρία της απλής γραφής, τον μεταδίδουν στους μικρούς αναγνώστες τους.

Από τα τελευταία του βιβλία αυτής της κατηγορίας, στέκομαι στο σημείωμα αυτό σε τρία που έχουν κυκλοφορήσει από την Παιδική Νομική Βιβλιοθήκη.

Και τα τρία βιβλία τα έχουν ενεργοποιήσει θέματα της εποχής μας. Ή μάλλον θέματα διαχρονικά που στην εποχή μας έχουν αποκτήσει ένα ιδιαίτερο βάρος και, γι’ αυτό τον λόγο, είναι πλέον γνωστά και σε μικρής ηλικίας αναγνώστες.

Το ζήτημα των άστεγων οικογενειών αναπτύσσεται στο βιβλίο Το σπίτι το δικό μας. Οι άστεγες οικογένειες αποτελούν μια καθημερινότητα που αποτελεί ένα τεράστιο πρόβλημα και για τα ίδια τα άστεγα άτομα, αλλά και για ολόκληρη την κοινωνία που, καθώς αδυνατεί να λύσει αυτό το τεράστιο θέμα, οδηγείται σε περίπλοκες και σκληρές αντιδράσεις ρατσιστικών μορφών.

Το ζήτημα του ανήμπορου ηλικιωμένου και το πώς θα πρέπει δίπλα του να σταθεί ένα νεαρό άτομο είναι ο πυρήνας του βιβλίου Μεγαλώνω τη γιαγιά μου. Η σύγχρονη οικογένεια έχει στραφεί προς κάποια γιαγιά συνήθως για να βοηθήσει στο μεγάλωμα των παιδιών. Αλλά η όλο αγάπη φροντίδα όχι μόνο δεν αγοράζεται, μα πρέπει και να καλυφθεί με μια αντίστοιχη προστασία όταν ο ηλικιωμένος γίνει ανίκανος να φροντίσει τον ίδιο τον εαυτό του. Τότε είναι που το παιδί θα μπορεί και θα πρέπει να είναι αυτό που θα «μεγαλώσει» τη γιαγιά του.

Το τρίτο βιβλίο της σειράς, Η βάρκα που τη λένε μνήμη, έχει να κάνει με τη μνήμη. Σε μια εποχή γρήγορων εναλλαγών, ταχύτατων ρυθμών αντικατάστασης υλικών αγαθών και μέσα σε μια γενική απαξίωση των συναισθημάτων που δεν αποφέρουν άμεσο υλικό κέρδος, η μνήμη –η ατομική μνήμη ως βάση της διατήρησης της ομαδικής μνήμης– απαξιώνεται. Και μαζί της απαξιώνεται το χτες, έτσι ώστε το αύριο να μην έχει ταυτότητα και οι μελλοντικοί πολίτες να μετατραπούν σε άβουλα όντα.

Αυτοί είναι οι τρεις πυλώνες που πάνω τους ο Βαγγέλης Ηλιόπουλος στήριξε τις τρεις ιστορίες του. Πέρα από τη σωστά τοποθετημένη άποψη, εκείνο που φρόντισε να χρησιμοποιήσει για να περάσει τα μηνύματά του σε ένα παιδικό κοινό είναι η γλώσσα. Χωρίς να χάνει την πεζογραφική της οντότητα, χωρίς να παύει να αναζητά τις λιτές λύσεις στην καταγραφή των σκέψεων, διαθέτει μια αδιόρατη, λες, ποιητικότητα.

Και στα τρία βιβλία διατηρείται η πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Η απλότητα με την οποία ένα παιδί εκφράζει συλλογισμούς και σκέψεις και περιγράφει εικόνες και καταστάσεις γίνεται επιδέξιο εργαλείο συγγραφικής ολοκλήρωσης.

Αλλά πρέπει και κάτι άλλο να τονισθεί, που η ύπαρξή του ολοκληρώνει τη γενικότερη ποιότητα και των τριών εκδόσεων. Κι αυτό έχει να κάνει με την εικονογράφηση των κειμένων.

Ως «ζωγραφιές» αναφέρονται οι εικόνες που συνοδεύουν τα λόγια στα εξώφυλλα των βιβλίων. Και νομίζω πως είναι έτσι – ζωγραφική.

Οι τρεις ζωγράφοι –όλοι απόφοιτες της Σχολής Καλών Τεχνών– προσφέρουν την προσωπική τους καλλιτεχνική έκφραση στην κάθε ιστορία και συντελούν με αυτό τον τρόπο να κρατηθεί το κάθε θέμα ξεχωριστά από το άλλο, αν και όλα τους ενταγμένα μέσα στην ίδια σειρά, που σημαίνει μέσα στην ίδια κοινωνία.

Μια –εν κατακλείδι, λοιπόν– πολύ επιτυχημένη εκδοτική (συγγραφικά και αισθητικά) πρόταση, απόλυτα εναρμονισμένη με τις αξίες που θεμελιώθηκαν μετά τη Μεταπολίτευση και ολοκληρωμένα προσαρμοσμένη στις σύγχρονες παραμέτρους ευαισθητοποίησης των παιδιών μας.

ΥΓ: Μικρή απορία – γιατί έπρεπε στο τέλος κάθε βιβλίου να υπάρχουν οδηγίες προς τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς; Λογοτεχνία και ζωγραφική ξεφύλλισαν, διάβασαν και είδαν οι μικροί και οι μεγάλοι αναγνώστες. Οπότε αναρωτιέμαι αν οι Τέχνες χρειάζονται επεξηγήσεις για να επικοινωνήσουν με τους αποδέκτες τους.

Το σπίτι το δικό μας
Βαγγέλης Ηλιόπουλος
Εικονογράφηση: Μαρίνα Στελλάτου
Νομική Βιβλιοθήκη
36 σελ.
ISBN 978-960-562-632-7
Τιμή: €12,99

Μεγαλώνω τη γιαγιά μου
Βαγγέλης Ηλιόπουλος
Εικονογράφηση: Κάτια Βαρβάκη
Νομική Βιβλιοθήκη
36 σελ.
ISBN 978-960-562-566-5
Τιμή: €12,99

Η βάρκα που τη λένε μνήμη
Η μνήμη ως βάλσαμο της ψυχής και θεμέλιο της κοινωνίας
Βαγγέλης Ηλιόπουλος
Εικονογράφηση: Ντανιέλα Σταματιάδη
Νομική Βιβλιοθήκη
36 σελ.
ISBN 978-960-562-690-7
Τιμή: €12,99

Μάνος Κοντολέων
Πηγή: diastixo

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου